ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ – ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ / Χρόνος Αποθέτης



ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ – ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ / Χρόνος Αποθέτης από την Σοφία Στρέζου

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ κυκλοφόρησε το 2016 η νέα ποιητική συλλογή της Μαράννας Βλάχου - Καραμβάλη, με τίτλο ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΘΕΤΗΣ.

Η Μαριάννα Βλάχου - Καραμβάλη έχει την ικανότητα με την γραφή της να αποθέτει στο χρόνο, την υψηλή θερμοκρασία των λέξεών της. Συγκινησιακά, καταφέρνει να ανοίγει δρόμους σε σκοτάδια, στην ποιητική τοπογραφία!
Με την γνησιότητα και την αυθεντικότητα που χαρακτηρίζουν την ποιητική διαδρομή, οι λιτοί και αυστηροί στίχοι της οικοδομούν το αρχιτεκτόνημα ενός αναλυτικού στοχασμού.
Γιατί  η ποιήτρια - επιτυχώς - μεταβολίζει το όραμά της από σιωπηλά ιδεολογήματα, σε σπέρμα αθανασίας.
Έτσι, το ιδεατό γίνεται μια ουσιαστική εκκίνηση που υποβάλλει τον αναγνώστη, στην ανεύρεση των ορίων της νοητικής και λεκτικής αξίας του ποιήματος.

Η Μαριάννα Βλάχου - Καραμβάλη εκκολάπτει το συγκινησιακό εκτόπισμα των στίχων, μέσα στον πυρήνα ενός ανθρωποκεντρικού υποστρώματος, εξορύσσοντας με πυκνό συμβολισμό το συναίσθημα!
Επειδή για την ίδια, δεν νοείται ποίηση χωρίς την υποβολή εκείνων των στοιχείων που ορίζονται από μια βαθύτερη αίσθηση, κατά την επικοινωνία του συναισθήματος.

Ιχνηλατεί και δαμάζει την πρωταρχική ιδέα της οραματικής απεικόνισης, για να πει την αλήθεια, υπηρετώντας με αρετή τις συνθέσεις της.
Γνωρίζει καλά πλέον, πώς να πολιορκεί εκείνο που συγκλονίζει την ψυχική ενσυναίσθηση, ερμηνεύοντας το άρρητο!
Γι’ αυτό και τα ποιήματά της διέρχονται πολλές φορές από την προσωπική ενικότητα. Διατρυπούν το εγώ στις βραδυφλεγείς αναφλέξεις όλων εκείνων, που έχουν καταγραφεί στη μνήμη του χρόνου.

Με σύνεση, αναδεικνύει το πνευματικό περιεχόμενο των στίχων, αφού σε κάθε νέο απάνθισμα επιθυμεί να φανεί η εξελικτική πορεία της γραφής της.
Άλλωστε, τα πυκνά νοήματα σχηματοποιούνται και δομούνται πάνω σε αισθητικούς κώδικες, καθώς αναπλάθεται για χάρη της ποίησης η ψυχοσυναισθηματική νοημοσύνη.

«Ανάμεσα στην τήξη και στην πήξη αναρριγεί ο χυμός της ψυχής», θα πει ο T. S. Eliot, γι’ αυτό και η ποιήτρια εναρμονισμένα προσλαμβάνει τη διαλεκτική ουσία που θα ακολουθήσει, ανακινώντας τόσο τη γνώση όσο και την εμπειρία από το προσωπικό γίγνεσθαι και όχι μόνον.
Έτσι, η γραφή της εμπλουτίζεται από την ωριμότητα που ο χρόνος φέρνει, περιπλανώμενη σε λεκτικούς χάρτες. Αναμετράται με την ποιότητα και την διάρκεια της ποιητικής της τέχνης!
Τούτη η αξιακή και μαθησιακή στάση δικαιώνει την ποιήτρια, απεμπολίζοντας συνειδητά τους υφάλους για να πραγματοποιήσει όμορφες πλεύσεις, στη ράχη της ποιητικής θάλασσας.

Ανάμεσα στους αρμούς των στίχων, αναγνωρίζεται η πολυδαίδαλη υπερρεαλιστική
αναγκαιότητα της ποιήτριας, επιθυμώντας να αθωώσει χαμούς που πένθησαν απουσίες.
Άλλωστε - στην αφή του χρόνου - πάντοτε οι ενθυμίσεις θα γίνονται το εφαλτήριο σε διαμετακομιστικές πλοηγήσεις κατά την αποτύπωση των λέξεων, καθώς ενεργοποιείται η μνήμη και η παράπλευρη ενέργειά της.

Στην ποίηση της Μαριάννας Βλάχου- Καραμβάλη, τίποτε δεν εξορίζεται. Όλα του αποθέτη χρόνου μένουν ανέπαφα - διατηρητέα.
Υπαινικτική δραματικότητα αλλά και λυρισμός, χαϊδεύουν αισθήσεις!
Ο ιστορικός συνταυτισμός με την Αργώ που ξεμακραίνει στα μάτια, αλληγορικά υποδηλώνει μια υπόσχεση μνήμης, που δεν εξαντλείται από την απομάκρυνση της έωλης πραγματικότητας.

Η παρουσία γίνεται απουσία - λατρεμένη σκιά δυσανάγνωστη - καρφώνεται με λέξεις σε χαρτί, στα περιγραφικά αμνήστευσης ληγμένων συναισθημάτων.
Καμιά λήθη δεν θα αγκυλώσει τα δάχτυλα που ασύνειδα γεφυρώνουν το χαρτί με τις λέξεις, ωθώντας τη συγκίνηση που δίνει λεκτική αξία στο βίωμα.
Έτσι, η μυθιστορία ανάγεται σε αισθητικό έναυσμα απεικονιστικής στιχουργίας, προβάλλοντας την ομφάλια ρητορική της ποιήτριας.
Γιατί, «ο ποιητής έχει να παλέψει με το ζωντανό του σώμα», θα πει ο Σεφέρης, γι’ αυτό και η ποιήτρια ανθολογεί τα ποιήματά της, με πίδακες που ξεπλένουν τη ματαιωμένη ουτοπία, φθάνοντας στην ερμηνεία των προθέσεών της.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΑ

Σχεδίας πρόσωπο
Το πρόσωπό σου.
Όλες οι κινήσεις των δαχτύλων μου
Πάνω στο χαρτί
Εσένα θυμίζουν.
Ευθυγραμμίζονται στη μοναξιά,
Καρφώνονται στις λαβωμένες λέξεις
Πριν μιλήσουν.
Πίδακες ξεπλένουν την ουτοπία.
ΕΜΑΘΑ
Στων ματιών σου την Αργώ
Να ξεμακραίνω

Πολλές φορές, μέσα στη βαθιά και απόλυτη σιωπή υπάρχει πάντα η ευεργετική και εξυψωτική δύναμη της ελπίδας.
Ακόμα κι όταν η προσευχή αναίμακτη συντρίβεται, ανεπίγνωτα διατηρείται το δικαίωμα μιας θαρραλέας ψυχικής αναδίπλωσης, που ανατέλλει φως στα σκοτάδια.

Γιατί, πάντα θα υπάρχει μια παρηγορητική σχισμή να υποστηρίζει την ανατροπή που βαπτίστηκε στη φθορά μιας αναγκαιότητας, διασώζοντας αιωρήσεις του φωτός που αποβάλλει την εσωστρέφεια.
Έτσι κι αλλιώς, η ελπίδα αποτελεί τη διαλεκτική της παγκόσμιας διάσωσης του ανθρώπου, σε στιγμές μελλοντικής αναγέννησης στη συνάντησή της με το φως.   

ΕΛΠΙΔΑ

Η συντριβή της προσευχής
Στην κατεδάφιση
Ήταν παρούσα.
Και οι ρωγμές μαζί…
Αδιαπέραστες έως θανάτου.
Όμως
Έφτανε μόνο μια ανεπαίσθητη σχισμή
Ν΄ ανοίξει πάλι δρόμους
Στο σκοτάδι…

Σε κάθε θυσία, οι γεωγραφικές μνήμες του πόνου συγγενεύουν. Μια αόρατη κλωστή συνδέει σιωπηλά μεγάλες πληγές, αγκαλιάζοντας στεναγμούς στους παλμούς της αιωνιότητας!
Η υπαρξιακή αναμέτρηση των τραυμάτων στην πνευματική τους διάσταση, αποβάλλει την υλιστική βιωματική με το πολιτισμικό μνημείο των λέξεων.

Η διάνοιξη του θνητού στο αθάνατο, περνάει από την αποτυχία της πληρότητας και την απόστασή της από αυτήν.
Κάθε ήττα κι ένας «επινίκιος χορός θανάτου στο βωμό της θυσίας», που αισθητά νέμεται την αβάσταχτη ελαφρότητα της νίκης.
Για την ποιήτρια, η έκταση του σταυρικού μαρτυρίου επικρεμάται σε εκμαγεία απουσίας, ψηλαφώντας την στέρηση οικείων και προσφιλών προσώπων.

ΘΥΣΙΑ

Σιωπηλός ο πόνος
Πάνω στη μεγάλη πληγή
Παντού επικρεμάται
Στο σώμα.
Άλλοτε ξύλινος σταυρός
Λειασμένης μνήμης
Άλλοτε λαβωμένος χαρταετός
Μεσίστια ανεμίζει.

Στο στηθαίο της καρδιάς.
Βουλιάζει η πρώτη γραφή
Σε αριθμούς και ονόματα
Προσώπων προσφιλών.
Εκόντα άκοντα
Σέρνονται τα βήματα
- Ως επινίκιος χορός θανάτου –
Στο βωμό της θυσίας.

Σε πολλά από τα ποιήματά της,  η Μαριάννα Βλάχου - Καραμβάλη ανεμοπορεί στην πολιτιστική παρακαταθήκη του μύθου, ωθώντας τον ψίθυρο του ανέμου σε έμπνοη ύλη.

Τι κι αν «κείται νεκρό το ποίημα»;
Το στίγμα του παραμένει ορθό! Κατοικεί στο ίδιο σώμα που κατοικούν Συμπληγάδες.
Είναι σάρκα από την σάρκα της ποιήτριας, που αναζητά προορισμούς, κοπάζοντας την προσωπική τρικυμία.
Το ταξίδι παραμένει ανοιχτό κι ας μην περπατήθηκαν ακόμα ίχνη γνωστά, που εμπεριέχουν οικεία και προσφιλή κίνητρα.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Τώρα Συμπληγάδες με κατοικούν.
Νύχτες
Με χαράσσουν μ’  άλλες νύχτες.
Κι ας σίμωσαν οι μέρες
Για το ταξίδι
Τα ίχνη της Αμοργού
Δεν τα περπάτησα
Ακόμα
Κείται νεκρό το ποίημα
Και η καρδιά Δέρμα ειδώλων έμεινε
Σου ποταμού τη μαύρη κοίτη…

Στην ποιητική της Μαριάννας Βλάχου - Καραμβάλη, συχνά η σιωπή καταλαμβάνει μια ισχυρή και δεσπόζουσα θέση.
Σηματοδοτεί αθέατες παρουσίες που εξάντλησαν λέξεις, αποκαλύπτοντας τη βαθιά κρίση στα συναισθηματικά τοπία.
Γι’ αυτό και οι λέξεις μένουν γυμνές, αποτυπώνοντας στο χαρτί τη διαλεκτική του ανέφικτου.

Λίθινα σώματα χάνονται σε δρόμους ερημιάς, ακούγοντας από ένστικτο τη φωνή της καρδιάς, στην αιώρηση της πληρότητας.
Κι είναι αυτή η φωνή  που ματώνει… τους ίσκιους, καθώς νοσταλγώντας παγιδεύονται στην ανύπαρκτη ευδαιμονία του θανάτου.
Εκεί κατοικεί το σκοτάδι και τα αδιέξοδά του. Γιατί, κανείς από φόβο ή άγνοια δεν τόλμησε να ανανεώσει το ταξίδι για τον Παράδεισο.

ΜΟΝΟ

Εναποθέσαμε τη σιωπή
Ανάμεσά μας
Τότε οι λέξεις απογυμνώθηκαν
Από τον εαυτό τους.
Λίθινα σώματα
Χαθήκαμε στους δρόμους.
Τα μάτια απέστρεψαν το βλέμμα.
Τώρα πια δε μιλούν.
Μόνο η καρδιά
Αιμάσσουσα φωνή
Αναμετριέται με τους ίσκιους
Στο σκοτάδι…

Κάποια στιγμή, στην αφή του χρόνου επέρχεται για τον ποιητή εν μέσω σιωπηρών ζυμώσεων η αναβάπτισή του μέσα από τα ποιήματα!
Χάνεται μέσα τους με σκόρπιες λέξεις συναισθηματικά φορτισμένες.
Χαμηλόφωνα, θα αποδράσουν «Εν ώρα απωλείας», που η ψυχή ανιχνεύει τα σύνορα της πιο μικρής λεπτομέρειας, λύνοντας την εξίσωση της ύλης πάνω στο χαρτί.
Για να απαγκιστρωθεί από τη φθορά, ιχνηλατώντας ηττημένα όνειρα.

Αιχμηρές σκιές και σπαράγματα αποτυπώνονται στις γραμμές, συντηρώντας τη γόνιμη θέαση των λέξεων σ’ έναν αναπαραγωγικό συσχετισμό, καθώς τις  προβάλλει ως «Λευκά κιονόκρανα αποδράσαντα /Απ’ της Εφέσου τους αρχαίους ναούς»!
Η Μαριάννα Βλάχου - Καραμβάλη έλκεται από τους ένδοξους παρελθοντολογικούς χώρους της ιστορίας. Τους αναδομεί λεκτικά για να ταξιδέψει όνειρα και εμπνεύσεις στην ελλειπτική οικονομία του λόγου, τις αιχμηρές λεπτομέρειες της απώλειας.
Κι είναι αυτή η απώλεια μέσα στο ποίημα, σαν να ανοίγει περάσματα στα κύματα που καλούν τον ποιητή να γυρίζει διαρκώς σε επαναπατρισμένους στοχασμούς, επιβιώνοντας από βέβαιους πνιγμούς.

«ΕΝ ΩΡΑ ΑΠΩΛΕΙΑΣ»

Χάθηκες μέσα στο ποίημα
Σκόρπιες οι λέξεις της ψυχής
Λευκά κιονόκρανα αποδράσαντα
Απ’  της Εφέσου τους αρχαίους ναούς…
Τώρα.
Ιχνηλατούν το απολεσθέν σου πρόσωπο
Ηττημένα σώματα τα παλιά μας όνειρα
Σε φωνάζουν στα κύματα.

ΘΕΑΤΡΟ / ΣΟΦΙΑ ΚΑΨΟΥΡΟΥ - Ερωμένες στον καμβά



ΘΕΑΤΡΟ / ΣΟΦΙΑ ΚΑΨΟΥΡΟΥ - Ερωμένες στον καμβά από την Σοφία Στρέζου






















Το Τρένο στο Ρουφ - Σιδηροδρομικός Πολιτιστικός Πολυχώρος

Κείμενο: Σοφία Καψούρου
Σκηνοθεσία: Παναγιώτης Παναγόπουλος
Ηθοποιοί: Σοφία Καψούρου, Ασπασία Κοκόση
Κοστούμια: Δεσποινα Βιλλιώτη, Άρτεμις Κατσαμπάνη
Εικαστική δημιουργία / Εικαστικός χώρος / Εικαστική διάδραση: Δέσποινα Βιλλιώτη, Ελισσάβετ Παπαδημητρίου, Μαρίνα Τσιρώνη, Εμμέλεια Φιλιπποπούλου (συνεργάτες και σπουδαστές του Εργαστηρίου Σχεδίου - Ζωγραφικής για την εισαγωγή στις Ανώτατες Σχολές Καλών Τεχνών Γρηγόρη Κολιζέρα), Άννα Τζώρτζη
Μακιγιάζ φωτογραφίας δελτίου τύπου/αφίσας: Ήρα Μαγαλιού
Φωτογραφίες: Ελευθερία Ευθυμιάτου
Βοηθοί σκηνοθέτη: Χριστίνα Μανουσάκη, Μιχάλης Μουλακάκης
Το θεατρικό έργο κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ Sestina 
















 
Είναι βέβαιο, πως Το τρένο στο Ρούφ δεν είναι ένας συνηθισμένος πολιτιστικός πολυχώρος. Η παλιά αμαξοστοιχία έχει μετατραπεί σε διαδραστικό τόπο φιλοξενίας και έκφρασης μουσικών και θεατρικών παραστάσεων.
Έτσι, το κοινό μπορεί άμεσα να δέχεται και να επικοινωνεί με τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα, που συμβαίνουν στη σκηνή του.
Οι θεατές ενοποιούνται με τους καλλιτέχνες, για να απολαύσουν εκ του σύνεγγυς τη συνθήκη που εκτυλίσσεται σε απόσταση αναπνοής, προκαλώντας το μυαλό και τις αισθήσεις τους.

Στην εναλλακτική σκηνή του, το πρώτο θεατρικό έργο της Σοφίας Καψούρου - ερωμένες στον καμβά - το ερμηνευτικό παιχνίδι τόσο της ίδιας όσο και της συμπρωταγωνίστριας Ασπασίας Κοκόση, παρασύρει τον θεατή στον θεατρικό και σκηνικό χωροχρόνο.
Ήδη, το βαγόνι έχει μετατραπεί και μεταμορφωθεί σε ατελιέ ζωγραφικής, στα εικονοποιητικά σύνορα ενός εικαστικού εργαστηρίου.





















Η παράσταση ξεκινά με το προσκλητήριο επώνυμων και ανώνυμων θρυλικών ερωμένων, που ενέπνευσαν δημιουργούς στους αιώνες.
Γιατί, πάντα η γυναίκα υπήρξε η μούσα, το μοντέλο, το φως της έμπνευσης, που ισοσκελίζει την αιωνιότητα του καλλιτέχνη!
Υπήρξε η αγκαλιά και η αγκαλιά του ονείρου του, για να αναρριχηθεί στο σύμπαν της Τέχνης του, που οδηγεί στην αθανασία.

Οι δύο πολιορκημένες και κατακτημένες γυναίκες αφοσιώθηκαν με πάθος στους γητευτές της ζωγραφικής τέχνης, διατηρώντας τον τίτλο της ερωμένης και ξεδιπλώνοντας πάνω στον καμβά το όραμα των κατακτητών τους.
Για τις ίδιες, δεν έχει καμιά σημασία που δεν νομιμοποιήθηκαν από τα δεσμά του γάμου. Απλά ερωτεύθηκαν με πάθος, παραμερίζοντας την όποια επιθυμία τους και επιλέγοντας την αποκλειστική ιδιότητα της ερωμένης.


















Ο λόγος τους σκληρός, σαρκαστικός, εξομολογητικός, γλυκόπικρος επιτρέπει στον θεατή να διακρίνει την εκρηκτική ένωση, αλλά και την συντριβή τους. Η συνεχής διαλεκτική τους συναντά την ποίηση στα αετώματα του έρωτα.
Βαθιά συναισθήματα και υψωμένοι φόβοι επιτρέπουν πλεύσεις σε εναλλασσόμενες τρικυμισμένες και ήρεμες θάλασσες, που καθαγιάζουν συγκινησιακά την αλήθεια τους.

Κανένα σύμπλεγμα, καμιά προκατάληψη ανάμεσα σε εκείνες και στην εποχή τους. Και η αύρα των εραστών εκεί, ανάμεσα στους καμβάδες να εμπνέονται να ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους, για να φανεί το όραμα που οι ερωμένες επέτρεψαν να εκδηλωθεί.
Λες κι ο χρόνος θέλησε να παραμείνουν ακινητοποιημένες στη σκιά των μεγάλων εραστών - ζωγράφων! 
















ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΕΡΩΜΕΝΗ - ΞΑΝΘΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ
Είναι τα δύο μικρά κύματα στα πικρά νερά του γερο-ωκεανού της ζωής.


















ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΕΡΩΜΕΝΗ
Κάθε πότε συναντάτε τον εραστή σας;

ΞΑΝΘΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ
Κάθε που γεμίζει το φεγγάρι

ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΕΡΩΜΕΝΗ
Κάθε που αδειάζει εκείνος

ΞΑΝΘΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ
Θα ’ρθει μια μέρα που οι ζωγράφοι αντί να κυνηγούν γυναίκες, θα κυνηγούν χίμαιρες.

ΖΑΝ
Δεν με νοιάζει αν οι λέξεις μου κόβουν. Έτσι είμαι ’γω, γυαλί. Σπάω. Και κόβω.
Από θάλασσα, μ’ έκανες σταγόνα. Από κόκκινο, ώχρα. Ξεθωριάζω.
Σ’ όλη μου τη ζωή περίμενα τα καλύτερα και δεν έρχονταν. Τώρα, περιμένω τα χειρότερα κι έρχεται το ένα μετά το άλλο.

ΞΑΝΘΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ
Υπάρχουν γυναίκες που φοράνε την ομορφιά τους σαν πένθος.
Όμως τις ερωτευμένες τις παίρνει πίσω η φύση εξαντλημένη 




ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ - Λόγια Δραπέτες



ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ - Λόγια Δραπέτες από την Σοφία Στρέζου

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κώστα Βασιλάκου, ΛΟΓΙΑ ΔΡΑΠΕΤΕΣ, κυκλοφόρησε το 2015 από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.

«Θέλω τώρα, στα δύσκολα,
Να κρατήσω το χρώμα της ελπίδας
Να βάψω το μέλλον με ζωή»

Η δύσκολη εποχή που διανύουμε γίνεται ακόμα πιο δύσκολη για τους ποιητές, καθώς οφείλουν να αποτυπώνουν με τις λέξεις, την διάνυση μιας βιωματικής κρίσης, αφυπνίζοντας αισθήσεις.
Έτσι, ο ποιητής Κώστας Βασιλάκος, αναπόφευκτα συμπορεύεται με τους καιρούς, για να δώσει νόημα σε στιγμές που καθορίζουν την ατομική κρίση, με την κρίση της εποχής του.

Με τις δικές του προσωπικές ανάσες, προσπαθεί να αναπαραστήσει το ανέφικτο στις εφικτές διαστάσεις της ποίησης. Μεταβαίνει από την αμοραλιστική περίοδο σε μιαν άλλη σχεδόν μεταφυσική, προσπαθώντας να τιθασεύσει αισθήματα και ένστικτα στον ποιητικό χάρτη.
Επιδιώκει να αποβάλλει την εσωστρέφεια, ενεργοποιώντας μια ηρωική έξοδο!
Διατηρεί έτσι, μια διανοητική και συναισθηματική ισορροπία, με την βεβαιότητα πως αντιλαμβάνεται τους ηθικούς κώδικες, που περικλείουν τη ζωή του.

Η βαθύτερη γνώση των προβλημάτων είναι ο δικός του δρόμος προς την αυτογνωσία.
Επιθυμεί να αναζητήσει και να ανακαλύψει  τον προσωπικό του βηματισμό, παρατηρώντας και ταυτόχρονα γυμνάζοντας την σκέψη του.
Με την γραφή, επιδιώκει να αντισταθμίσει την τραγικότητα, αφού πρώτα φιλτράρει την απελπισία που κινείται παράλληλα με την γλυκιά προσδοκία της ανάτασης .

Τα αποστάγματα τούτης της μετάλλαξης, δίνουν τον καρπό της ποιητικής του κατάθεσης με «λόγια δραπέτες», που αντιδρούν, που επαναστατούν σε χάσματα βαθιά και ανεπούλωτα, ως να φανεί μια κάποια συναίνεση.

Τι κι αν «ο ουρανός βουρκώνει στην αγχόνη του ορίζοντα»;
Από καιρό έχει φανεί - πως η ζωή κατάσχεται - αφού πια, η συνδυαστική σκέψη αποκωδικοποιείται με διαλεκτικά δεδομένα.
Γιατί, ο ποιητής είναι ο πάντα έτοιμος να αντισταθεί σε αντιλήψεις και δόγματα, που καταλύουν το ίδιο το νόημα της ζωής.
Με ευθύνη ανακαλεί πολιτικές υποσχέσεις, που εξαθλιώνουν την περηφάνια των πολιτών.
Σε τούτη την ποιητική συλλογή, ο Κώστας Βασιλάκος παίρνει θέση, υψώνοντας με τη φωνή και τις λέξεις του την πολιτική συνείδηση ενός λαού, που συνθλίβεται από την εκτροπή και το βάρος των αποφάσεων ανεύθυνων εξουσιαστών.

Οι επιταγές των καιρών επιβάλλουν να ακουστούν φωνές, από τα έγκατα μιας χρόνιας σιωπής χωρίς περιορισμούς, αμφισβητώντας την εξουσία.
Η φωνή του γίνεται το πολυπόθητο άλμα, που ηχεί υπόκωφα μέσα από φθόγγους, επιμένοντας να ακουστεί αυτό που σιωπηλά πνίγεται στις κατακόμβες μιας άηχης διαμαρτυρίας.
Ο συνειδητοποιημένος λόγος, πρέπει επιτέλους να βρει την έξοδο και να ακουστεί - ειδάλλως, υπάρχει ο φόβος - πως η ελπίδα θα σκοτώσει το όνειρο της εξόδου.
 Άλλωστε, ο χρόνος της σιωπής νιώθει πως ήδη έχει τελειώσει.

Για τον Κώστα Βασιλάκο, οι συμφύσεις της ψυχής είναι τα αποσιωπητικά που αποδίδουν τη βαθύτερη σημασία, από την φαινομενική απόδοση των λέξεων.
Είναι η θέαση του ανείπωτου, από την καθαρότητα του ποιητικού λόγου και η απρόσκοπτη πρόσληψή του από τους αναγνώστες.

Ίσως τελικά, για τον ποιητή η σύλληψη και η γένεση συλλογιστικών πολλαπλών συνειρμών να είναι η ηθική εντολή που υπακούει.
Ίσως πάλι, να είναι η αμφισβήτηση που γεννά το θαύμα της ποίησης, στις αγεωγράφητες συντεταγμένες του λόγου.
Άλλωστε, ποτέ κανείς δεν έμαθε το ταξίδι και τον προορισμό του κι ούτε ποτέ κανείς μίλησε γι’ αυτό.
Μόνον η ψυχή αφουγκράζεται κραδασμούς, αναδομώντας τις ταλαντεύσεις της στα όρια του χρόνου.

Αποσιωπητικά

Όταν γράφει η ψυχή,
συνομιλείς με την ποίηση
χωρίς ερωτηματικά και τελείες.
Χρησιμοποιείς μόνο αποσιωπητικά,
γιατί δεν ξέρεις οι λέξεις
σε πόσους ουρανούς
ονειρεύονται να πετάξουν.
Τα θαυμαστικά είναι περιττά,
γιατί δεν θα μάθεις ποτέ
τον τελικό προορισμό,
μήτε θα σου πει κανείς
τι απέγινε το ταξίδι.

Όπως πολλοί ποιητές επιζητούν ένα καταφύγιο, έτσι και ο Κώστας Βασιλάκος επιλέγει το δικό του.
Βιώνει την προσωπική μόνωση, ατενίζοντας… την ελευθερία!
Δοκιμάζει την επιλεγμένη σκλαβιά του, παρατηρώντας και αποκωδικοποιώντας ερεθίσματα που επιβάλλονται τη δεδομένη χρονική περίοδο.

Μια έκρυθμη αλλοτρίωση ολισθαίνει τη σκέψη του, αγωνιώντας για την ελευθερία της. Η ασαφής και ταυτόχρονα γοητευτική έννοιά της δημιουργεί το δικό του ανάχωμα, στις προσχώσεις μιας ηττοπάθειας από πολλούς ανεκτή.

Κι όσο κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να δικαιολογήσει
την αδράνεια - την υποχώρηση - την διάψευση, καθώς βλέπει να περιθωριοποιούνται όλα εκείνα που κρατούν σκλαβωμένη την αλήθεια, αλλά και την πρόφασή της.
Η επίγνωση πως μια αθέλητη συλλογική νάρκωση ισοδυναμεί με θάνατο, επιβάλλει αναθεωρήσεις στον τρόπο αφύπνισης ενός νέου οράματος!

Καταφύγιο

Έκρυψες τη ζωή στο καταφύγιο,
μην την αγγίξουν τα σπαθιά των ιδεών.

Ακόμα περιμένεις την ελευθερία να φανεί.

Πονάει η σκλαβιά σαν είναι δική σου επιλογή,
και ο νους μένει για πάντα θαμμένος ζωντανός.

Ο θρήνος των νεκρών αφήνει ξάγρυπνους τους ποιητές!
Ο πόνος και οι μνήμες τους πολιορκούν, για να υποταχθούν μετά αδιαμαρτύρητα και βουβά πάνω σε σελίδες.
Συναισθήματα και σκέψεις μεταμορφώνονται στο χαρτί του άλγους, επιστρατεύοντας μηχανισμούς άμυνας.
Ο σαρκωμένος λόγος γίνεται παρηγορητικός, στους υπερρεαλιστικούς εναρκτήριους στίχους.

Η ελαστικότητα των θρήνων δεν αποκαθηλώνεται, αντίθετα ανακτάται καθολικά και οικουμενικά σε τοπία περιχαρακωμένων λυγμών.
Ο ψυχισμός του δημιουργού καταγράφει το όραμα της ανεξέλεγκτης λύπης του με εικόνες, ευελπιστώντας σε μια συλλογική απελευθέρωση των παθών της θλίψης.

Αγρύπνια

Τις νύχτες μένουμε ξάγρυπνοι,
γιατί βουίζει ο θρήνος των νεκρών.

Τις νύχτες μένουμε ξάγρυπνοι,
γιατί φοβόμαστε τα ουρλιαχτά των θεριών.

Γιατί συχωρνάμε τους λυγμούς
των γλάρων που πασχίζουν
ν’ ανεβάσουν τα βράχια στ’ αστέρια.

Γιατί θρηνούμε τη χελιδονοφωλιά
που ο Μορφέας έπλεξε
μ’ αμμολούλουδα δίπλα στο κύμα.

Σε εποχές αποξένωσης, ο δημιουργός έχει τον τρόπο να αναβιώνει εντέχνως, την εσωτερική κλίμακα των συναισθημάτων του!

Κι όσο κι αν η καθημερινότητα καταλύει και μαστιγώνει την όποια δημιουργική έκφραση, ο Κώστας Βασιλάκος καταφέρνει να ανασκευάζει ουτοπικά τραύματα σε υπόδουλες νύχτες.
Γιατί, υπάρχουν αγαπημένες στιγμές που ακόμα δεν έχουν μεταφερθεί στη λειψανοθήκη της λήθης. Ο αντίλαλός τους ηχεί εκεί που κουρνιάζει ο πόνος. Γίνεται το αντίδοτο της εξαθλίωσης μιας χρόνιας συσκότισης.

Ο ποιητής δεν θα επιτρέψει να επικρατήσει η φρικτή πεζότητα, αποφασισμένος να αρνηθεί τον όποιο συμβιβασμό με το επέκεινα.
 Άλλωστε, η αληθινή ζωή επιβάλλει την παρουσία της σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του χρόνου.
Η πυκνότητά της μεταμορφώνεται για να αποδοθεί λεκτικά η φυγή από την ασχήμια, σε κάτι εναλλακτικότερο, προσφέροντας λύτρωση από το διάχυτο φως της ελπίδας.

Αντίλαλος

Αγάπησες τις ξεχασμένες στιγμές,
γιατί οι υπόδουλες νύχτες
πληγώνουν τα αισθήματα
στης αποξένωσης τον πικρό καιρό.

Πρόσφερες την απανεμιά
να κουρνιάσει ο πόνος,
γιατί σεπτές μορφές καταφρονεμένων
φωλιάζουν σε αφιλόξενες ώρες.

Έμεινες ο αντίλαλος της ζωής,
ν’ ακούς τα διψασμένα λόγια
στην κατάνυξη των εξαθλιωμένων.

Ανυπεράσπιστοι άνθρωποι ζουν την ψευδαίσθηση μιας μακάριας ευμάρειας. Σέρνονται δεμένοι με χρυσές αλυσίδες στο άρμα της πλαστής ακμής, όπου παρακμάζει το μέλλον.
Εξαντλημένοι προσπαθούν να ελευθερωθούν, χωρίς να μπορούν να παραδεχθούν την αδυναμία του απεγκλωβισμού τους κι έτσι ασύνειδα υποτάσσονται στη μοίρα τους.
Ίσως γιατί δεν άρχισαν ακόμα, να αμφισβητούν την ανάμνηση όμορφων ημερών, επαναδιεκδικώντας την συνέχειά τους.

Ο φόβος εδραιώνεται στη ψυχή και στο νου. Γίνεται ο νέος τους σύμμαχος. Σταδιακά μετατρέπονται σε διανοητικά απολιθώματα, χωρίς να τολμούν να εκφράσουν την αλήθεια που τους πνίγει. Υπακούουν τυφλά στο κατεστημένο, που ψυχικά και νοητικά τους υποδουλώνει.

Έτσι, «Διατίθεται πόγνωσις/ες ρίστην κατάστασιν/κα ερύχωρον διέξοδον», κατά πως λέει η Κική Δημουλά.
Γιατί, κανένας πνευματικός αντίλαλος δεν ηχεί στις καρδιές τους!
Καμιά πνευματική ακτινοβολία δεν λάμπει στις ψυχές τους!

Ακροτελεύτιοι

Δένουν τα πόδια μας με αλυσίδες χοντρές
από χρυσά περιλαίμια, σύμβολα ευμάρειας,
προάγγελος παρακμής.

Σέρνονται στο άπειρο ζωτικές διεκδικήσεις
που χάθηκαν στις εκβολές της μακαριότητας.

Ακροτελεύτιοι σπασμοί πριν την έλευση του μοιραίου.
Συνειρμοί ζωής εφήμερων όντων.

Η γραφή του Κώστα Βασιλάκου διακρίνεται από συναισθηματική πειθαρχεία με βαθύ συνειρμό στην αυτοτέλεια του νοήματος.
Υπάρχει αλληλουχία στη διάρθρωση τα λέξεων, για να αποδοθεί και να διασωθεί η ουσία του έρωτα.
Υπάρχει μια σχεδόν ισόποση παρουσία στη διαλεκτική της αγάπης.

Η πλησμονή ή η στέρηση οδηγούν τη λόγια σύμπλεξη, στην υπέρβαση των ορίων με ανεπιτήδευτο τρόπο.
Το ερωτικό βίωμα γίνεται η θέαση της εμπειρίας εκείνων, που πολύ αγαπήθηκαν.
Πυκνή και ανυπέρβλητη παραμένει η ειλικρίνεια των συναισθημάτων!

Χωρίς μελοδραματισμούς, το αναπόδραστο του έρωτα προκαλεί συγκινήσεις, στις εξακτινώσεις ενός θεατροποιημένου τοπίου.
Οι διάλογοι φανερώνουν αντοχές στη σκηνή.
Κι όσο τα ηλιοβασιλέματα θα επιτρέπουν να κυλά το όνειρο στα νερά του ποταμού, που βρίσκει το δρόμο για να φθάνει στη θάλασσα, τόσο οι πρωταγωνιστές θα αφομοιώνουν λεκτικούς διασκελισμούς, διασώζοντας από τον φόβο την πίστη τους στο αύριο.

Το Τραγούδι κλαίει

Πήρες αγκαλιά το άδειο σώμα μου
να το λούσεις στο φως, 
που χρόνια φύλαγες στ' ακροδάχτυλα
της καρδιάς.

Φοβάμαι το αύριο, σου είπα, 
σαν ξεψυχήσει ο έρωτας
και σβήσουν τα φιλιά από τα μάτια, 
ποιος θα παρηγορήσει το τραγούδι
που θα κλαίει;

Μη σκιάζεσαι, μου αποκρίθηκες, 
η ζωή
δε χαραμίζει όνειρα στους λιποτάκτες, 
μήτε πνίγει ηλιοβασιλέματα στα ποτάμια.

Είναι σχεδόν βέβαιο, πως ο Κώστας Βασιλάκος αγαπάει τις νύχτες του!
Ακόμα και «οι σκιές που σέρνονται αθόρυβα δεν τον τρομάζουν»!
Ίσα- ίσα τις καλεί, προφέροντας τα ονόματα όλων εκείνων που λείπουν στο νυχτερινό προσκλητήριο. Ένα μαγικό σάλπισμα ξυπνάει, ζωντανεύοντας αγαπημένες σκιές.

Έτσι απλά, ξεθωριασμένες φωτογραφίες κινούνται εκτός χρόνου, υπενθυμίζοντας πως κανείς δεν χάνεται στο κινούμενο ποιητικό σύμπαν.

Η ενεργοποίηση της μνήμης καταργεί την όποια χρονικότητα στους υπερθετικούς της απώλειας.
Καταπραϋμένη θλίψη και εξαλωϋμένοι λυγμοί σιωπούν με δέος, μπρος στη θνητότητα εκείνων που έχουν φύγει.
Μένει το παιγνίδι των σκιών να εξαγνίζει προσθετικά την αναχώρηση, στο υποβλητικό γκρίζο της νύχτας.

Προσκλητήριο απόντων

Αυτές οι σκιές
που σέρνονται αθόρυβα στις νύχτες μου
δεν με τρομάζουν.
Ακροβολίζονται σε ξεθωριασμένες φωτογραφίες,
σκονισμένα ημερολόγια, κιτρινισμένες σελίδες.

Τις καλώ μία-μία με ονόματα
που φτερουγάνε στη γραμμή αναφοράς.
Ο ύπνος μου, ένα προσκλητήριο απόντων.