ΕΜΥ ΤΖΩΑΝΝΟΥ - Πανδαισία Ιριδισμών από την Σοφία Στρέζου



Διαβάζοντας την ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ ΙΡΙΔΙΣΜΩΝ, την δίγλωσση ποιητική έκδοση της Έμυς Τζωάννου, σε μετάφραση Παρασκευής Μόλαρη, ο αναγνώστης ανακαλύπτει πως η γραφή εμπεριέχει τη διαύγεια των νερών του Αιγαίου!

Οι στίχοι λούζονται στη λαμπρότητα του ελληνικού ήλιου, για να αναδειχθεί ποιητικά το τοπίο που διαπερνά ολόκληρη τη ζωή της.



Η μακρά απουσία στο εξωτερικό κι ακόμα η δύσκολη και πρόσφατη απόφαση να ξενιτευτεί ξανά, οδηγούν την πένα της στα γνώριμα όσο και νοσταλγικά μονοπάτια, προσπαθώντας με λέξεις να διατηρήσει ακλόνητη την ελληνικότητά της. Κι είναι αυτή η ελληνικότητα, που επιθυμεί να την ταξιδέψει με όποιο τρόπο της είναι μπορετό, αντανακλώντας σε λέξεις αισθητικές θεάσεις.



Στον εγκιβωτισμένο νόστο συναρμολογεί πτυχές εκτοπισμένης μνήμης, που είναι ισοδύναμη με την ευδιάκριτη και επαρκή ενσωμάτωση των εικόνων που την ακολουθούν, στις αφηγηματικές περιπλανήσεις της.

Το απειλητικό ρήγμα της διασπορικής εμπειρίας, επαναφέρει την ποιήτρια στην αυτονόητη καταγωγή της, με λυρικούς εξαγνισμούς σε φωτοχυμένους καταυλισμούς ονείρων!



Στον γαλανό ουρανό της πατρίδας μου



Στον γαλανό ουρανό της πατρίδας μου
πετάνε οι πιο απρόσμενες ελπίδες
Στον αφρισμένο γιαλό των νησιών μας
κολυμπάνε τα πιο κρυφά μας όνειρα
Προσδοκίες και ελπίδες γενεών γενναίων
Παρελθόν και μέλλον των αιώνια νέων ...

Οι καιροί των παιδικών μου χρόνων
ανέπαφοι καταυλισμοί του παρελθόντος
που με φιλοξενούν στα τσαντίρια τους
και με κερνούν τις θύμισες
σε κρυστάλλινα ποτήρια αποχαιρετισμού
για να καταπίνω την ανάμνηση
και να λειαίνω τους λυγμούς

Μια ανεπαίσθητη κηλίδα από φως
αναβλύζει στη σκέψη μου
σαν αναπάντεχο γέλιο τ’ ουρανού
σαν σιωπηλή υπόσχεση
σαν όραμα μιας χαραυγής



Κι αν για την Έμυ Τζωάννου ο νόστος  είναι ο ανοιχτός δίαυλος για την επικοινωνία και την επανασύνδεση με την πατρίδα, στον αντίποδα της γραφής βρίσκεται ο ορμητικός ποταμός του έρωτα που την παρασύρει ακριβοθώρητες νύχτες, σε παθιασμένες θάλασσες. Δίπλα σ’ αυτές θα ονειρευτεί, θα κολυμπήσει, θα ναυαγήσει…



Με λυρική πνοή θα χτίσει στίχους από τον αυθυπόστατο κόσμο των λέξεων, προβάλλοντας την ποιητική πληρότητα της έμπνευσής της!

Σκιρτήματα και σπαράγματα κινητοποιούν αισθήσεις και συναισθήματα, εμποτίζοντας αδιάλειπτα την ποιητική της αλήθεια.



Ανατάσεις και πτώσεις, χαρές και λύπες αφιερώνονται στο βωμό της γραφής.

Η ποίηση γίνεται λατρεία που τελείται στο Απολλώνιο, φως δικαιώνοντας τη λογοτεχνική χίμαιρα της ποιήτριας.



Λεκτικά αποστάγματα διυλίζονται από υπερρεαλιστικές εικονοποιήσεις, για να κατατεθεί μεταστοιχειωμένο στο χαρτί το συνειδητό ή το ασύνειδο βίωμα της ερωτικής εμπειρίας.

Γιατί, πάντα στο βάθος της νοηματικής αιχμής, εμπεριέχονται υλικά ψήγματα από το προσωπικό σύμπαν της δημιουργού.

Με ενικούς ψιθύρους αναδύεται η συναισθηματική συνέπεια της αγάπης, στους εναγκαλισμούς της νύχτας.



Η ποιητική του ονείρου χώρα δεν περιβρέχεται απλώς από τη θάλασσα.

Είναι η θάλασσα που μέσα της κολυμπούν υφολογικοί και νοηματικοί πειραματισμοί, για να κληροδοτηθούν τα θροΐσματα της ψυχής στην ποίηση, αρθρώνοντας το ανείπωτο.



 Όλη τη νύχτα



Όλη τη νύχτα  κολυμπούσα στα όνειρά σου

με την καρδιά μου ετοιμόγεννη

να ψάλλει «σ’ αγαπώ»



Όλη τη νύχτα μελωδούσα στον κόσμο σου

και μες το θρόισμα της ψυχής σου

ανάβλυζε η τρυφερότητα σε ανάταση



«Ω ποίηση είσαι η αρχή του μεγάλου ονείρου μας και το τέλος του μικρού μας ταξιδιού», θα πει ο μεγάλος μας ποιητής, Τάσος Λειβαδίτης.

Έτσι, η Έμυ Τζωάννου γράφει το μικρό της ταξίδι με στίχους στην περγαμηνή του χρόνου, για μια μελλοντική αιωνιότητα.



Ανήκει στους εραστές της ποίησης των αστεριών, που κυοφορούν την ποιητική σκέψη, αποκωδικοποιώντας εκχυμώσεις αισθήσεων.

Με απαλή τρυφερότητα συλλέγει λέξεις, ψηλαφίζοντας στιγμές - μνήμες - σιωπές.

Αρώματα και χρώματα αποδίδονται πηγαία με ευκρίνεια στοχαστικού παρατηρητή, αναπλάθοντας στίχους που διαθλώνται στους ορισμούς του φωτός.



Η προσωπική μυθολογία της ποιήτριας γίνεται το εφαλτήριο για να αφυπνισθούν

σιωπές, που διαπερνούν τα χρονικά όρια του ενεστώτα στα δοξαστικά του έρωτα και της ποίησης!



Εραστές της ποίησης των αστεριών



Εμείς,

οι εραστές

της ποίησης των αστεριών



Ταλαντευόμαστε

σε αινιγματικές ατμόσφαιρες

αδιάτρητου κόσμου



Ξεγυμνωνόμαστε

σε συναισθηματικούς καταιγισμούς

αρένας μύθων

  

Παραδινόμαστε

σε άσπιλη ευδαιμονία

αίσθησης - παραίσθησης



Πλανιόμαστε - πλανόμαστε

σε αιωρούμενα όνειρα

που αναβλύζουν δάκρυα



Μνήμης - Ανάμνησης !



Για την Έμυ Τζωάννου, η ποιητική τέχνη είναι ο τόπος που «συναρπάζει, παρασύρει, μαγεύει».

Είναι ο τόπος που η ζωή της διασταυρώνεται με μικρούς ή μεγάλους στίχους, φωτίζοντας αναδρομικά τις πτυχές μιας ιδεατής καθημερινότητας.

Κι είναι αυτή η καθημερινότητα, που η ποιήτρια συγκινησιακά ρευστοποιεί από το ανεξιχνίαστο της ψυχής, για να ανθοφορούν τα ριζώματα της ποίησής της. 



Η ποιήτρια επιλέγει την εικαστική στιχουργία, για να μεταφέρει αλληγορικά την φαντασιακή της έκρηξη!

Με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνει να αναδειχθεί η αυθόρμητη ιδεατή - γνωστική ισορροπία, αισθητοποιημένη πια, ταυτοποιώντας τη γνησιότητα της γραφής της.



Η εντύπωση των συναισθημάτων αναπαράγεται από την οριακή εκκρεμότητα του προσωπικού ψυχικού βυθού, αλλά και της παρορμητικότητας ενός νου που κεντρίζει και κεντρίζεται από σκέψεις και αισθήσεις.

Έτσι κι αλλιώς, πάντα η ποίηση θα αναστηλώνει με λέξεις τη ματαιότητα, εκμετρώντας διατυπωμένες ιδέες στα περιθώρια της ποιητικής επικράτειας.



Ανεξιχνίαστες ψυχές



Η Ποίηση

συναρπάζει, παρασύρει, μαγεύει



ως σειρήνα

αναδεύοντας – αναδεικνύοντας

ανεξιχνίαστες πτυχές της ψυχής



ως ασπίδα

διακοσμημένη από συναισθήματα

αυθόρμητα – γνήσια



ως πείραμα

αποκαλύπτοντας

τα βάθη της παρόρμησης του νου.



Είναι γεγονός, πως σχεδόν πάντα η μνήμη αντιστέκεται στη λήθη.

Οι διανυσματικές συνιστώσεις των σωματικών και ψυχικών βιωμάτων και εμπειριών μεταστοιχειώνονται σε απόκρημνες θεάσεις, στις αλληγορικές συνθέσεις των ποιημάτων.



Η δημιουργός δανείζεται απατηλές βεβαιότητες για να εκφράσει πληγές, αποκαλύπτοντας πόνους αόρατων τραυμάτων.



Η ερωτική περιοχή νοηματικά μετατοπίζεται σε ουρανούς και πελάγη, επιδιώκοντας να φανεί το μέγεθος της θλίψης.

Οι ενσαρκωμένοι ποιητικοί σπασμοί θα συνθέσουν ένα ιδεατό συνονθύλευμα λυγμών και συναισθημάτων, που εσωκλείονται στον ανερμάτιστο ουρανό και στην απεραντοσύνη της θάλασσας.



Κανένα πέλαγος, κανένας ουρανός



Κανένα πέλαγος δεν λησμονεί

τα τραύματά του

από τις οργισμένες τρικυμίες του



Κανένας ουρανός δεν σιωπά

τους λυγμούς του

από τους σπασμούς των ανεμοστρόβιλων



Στους ποιητικούς χάρτες, η απουσία είναι η απρόσιτη παρουσία.

Συχνά, προσφιλής επανέρχεται σε θολά τοπία, για να διαπεράσει σιωπές στις νοητικές προεκτάσεις.  

Διαχέεται αλλά και αποσχίζεται από την βαρύτητα της σκέψης και των συναισθημάτων, για να ξορκίσει την ερήμωση της μοναξιάς, προσπερνώντας βήμα - βήμα τα πέπλα της απουσίας.



Η ποιήτρια εγκαταλείπει μια πιθανή θλίψη στο αύριο, επιχειρώντας το άνοιγμα στην υποσχετική ενός νέου ορίζοντα.

Άλλωστε, το αγνάντεμα του ουρανού και της θάλασσας είναι η δική της κατάκτηση στον τόπο των αισθήσεων.



Συναρμολογώ τις πτυχές του νου μου



Συναρμολογώ τις πτυχές του νου μου
και τις τοποθετώ στα ράφια της λογικής
Περιορίζω τις σκέψεις μου
για να αποφύγω τα θολά τοπία σου
Κεντρίζω τη σιωπή μου
με τα πέπλα της απουσίας σου
Αγναντεύω τις αυριανές διαδρομές μου
σε νέους τόπους και ορίζοντες

Σιγά - σιγά, βήμα - βήμα
σε προσπερνάω



Η Έμυ Τζωάννου διευρύνοντας και ανανεώνοντας την γραφή της, θα συνεχίσει να κατοικεί στο επάλληλο σύμπαν της ποίησης.

Θα υπάρχει στους απροσδιόριστους χρόνους, επιχειρώντας την ανατομία των αισθήσεων στα περιγράμματα του ποιητικού φαινομένου.

Αθεράπευτα ρομανική θα περιπλανάται σε εύθραυστες σιωπές και ανάσες λέξεων, εκπέμποντας συγκίνηση!



Ο γαλανός ουρανός, το βαθύ μπλε της θάλασσας του Αιγαίου, ο έρωτας και τα τρικυμισμένα του πάθη θα αντικατοπτρίζουν την αστείρευτη ανάγκη της για έκφραση, στα λαμπρά περιστύλια της ποίησης!



Υπάρχω 



Υπάρχω
σε απροσδιόριστους χρόνους
γλιστρώντας
στις χαραμάδες της σκέψης
στις προσευχές των δακρύων
στα φώτα της μνήμης
στα ρυάκια της χαράς
στις διάφανες ώρες
στο μύθο της νύχτας
στις ραγισμένες εικόνες
στα μεθυσμένα φιλιά
στα ανείπωτα λόγια

Petros Malamidis - Reflexiones en un sacro jardin marino



Petros Malamidis - Reflexiones en un sacro jardin marino by Sofia Strezou
Πέτρος Μαλαμίδης - Στοχασμοί σ’ ιερό θαλασσόκηπο από την Σοφία Στρέζου

Από την μακρινή Ισπανία, έφτασε στα χέρια μου το δίγλωσσο βιβλίο του Πέτρου Μαλαμίδη, ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Σ’ ΙΕΡΟ ΘΑΛΑΣΣΟΚΗΠΟ, πλημμυρισμένο από τα λαμπιρίσματα της κοινής θάλασσας των δύο χωρών!
Οι μεταφραστές Βασιλική Ρούσκα και Emmanuel Vinader, μαζί με τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ PIGMALION που εδρεύουν στη Μαδρίτη, συνέβαλαν ουσιαστικά στην αυθεντική μεταφορά του πρωτότυπου κειμένου στα Ισπανικά.
Τούτη η παράλληλη διαδρομή, αποδεικνύει την πρόθεση να συμπορευθούν λογοτεχνικά οι δύο χώρες, ανακαλύπτοντας κοινές αφετηρίες και στάσεις στη διαπολιτισμική προσέγγιση των λαών.
Άλλωστε, το ασύνορο της τέχνης εμπεριέχει μια πνευματική διασύνδεση που ρέει βουβά στον κόσμο, ενισχύοντας την πολυπολιτισμικότητά του.

Ο Πέτρος Μαλαμίδης είναι ένας ταξιδευτής, που στη θάλασσα εναποθέτει τις σκέψεις του. Στον αιώνιο ρόχθο της επωάζονται στοχασμοί, σαρώνοντας τις αισθήσεις του ποιητή.
Η ενέργεια του αισθητού κόσμου ιδεατά προσεγγίζεται, για να επιστρέψει διαλεκτικά στο χαρτί. Γι’ αυτό κι ο ίδιος θα πει:
«θέλει άλλα μάτια για να δεις τ’ αόρατο».

Κι είναι αυτό το αόρατο, που δεν περιλαμβάνει κάποια γνωστική εποπτεία, αλλά μια ασύνειδη πεποίθηση πως όλα διέπονται από μια βαρύτητα κι ένα απροσμέτρητο βάθος, στη φιλοσοφική ενατένιση της ολότητας.
Άλλωστε, στη μεγαλοπρέπεια των νερών της θάλασσας διοχετεύει την αέναη αφύπνιση των λέξεων, για να περιγράψει την άφατη αρμονία της.
Είναι το προσωπικό στοχαστικό εκτόπισμα, που δίνει με νηφαλιότητα στον ιερό θαλασσόκηπο της καρδιάς του!

Αναπαράγει την αλήθεια του με ευγενική απλότητα, στα εξωλογικά και φανταστικά τοπία, υπακούοντας στον εσωτερικό απόπλου για τα απάνεμα λιμάνια της ποίησης.
Στην ποντοπορία του συναντά τις πρωτεϊκές συλλήψεις, που στάθηκαν η αφορμή, για να υψωθούν στα ποιητικά ιστία λυρικοί σπινθηρισμοί, εμφυσώντας την θραυσματική του ταυτότητα.
Σε τούτη τη ναυσιπλοΐα διαιρεί δραστικά τα ποιήματα με υπερρεαλιστικούς στίχους, αλλά και με λέξεις που κατοικούν στα περιθώρια της πρόζας. Οι αφηγήσεις έχουν να κάνουν με τον βιόκοσμό του, συχνά συνυφασμένος με τον προσωπικό -   στοχαστικό - διαλογισμό, στο διάκενα του χρόνου.

Ο Πέτρος Μαλαμίδης είναι ένας ποιητής, που στη θάλασσα εναποθέτει όλα τα συναισθηματικά φορτία του.
Εκείνη θα γίνει ο κεντρικός άξονας των αφηγηματικών διεισδύσεων του αγνώστου, προσδοκώντας μια συνάντηση μαζί του.

Ψάχναν τα πέλματα χώμα κι η καρδιά την απάνεμη νηνεμία. Μάζευα όμως τέτοια θύελλα στις μέσα ρίζες, τις όλο εσώψυχες πνοές, που σήκωσα φουρτούνα στην πορεία κι άλλο δεν ήξερα ποιος δρόμος μου αρμόζει.

Με πλοηγό τις αισθήσεις, ο ποιητής βάζει πλώρη για ταξίδι μακρινό/δίχως κανένα προορισμό.
Τι κι αν ο χρόνος περνάει - αθέλητα πάντα - χωρίς να κατανοεί τις αποστάσεις του;

Άθαφτες θα κρατηθούν μνήμες και περιστατικά, που σημάδεψαν την αγάπη.
Θα απλωθούν στον ορίζοντα του νερού, απαλείφοντας την απόσταση του ουρανού, με οδηγό του τα άστρα!

προχώρ’ ανάσκελα
τ’ άστρα ξέρουν τον δρόμο

Με πνοές γραφής θα σκιαγραφήσει το υδάτινο κορμί εκείνης που ερωτεύτηκε, στον χορό των κυμάτων.
Υμνεί τον έρωτα της γοργόνας, της ταμένης στο όνειρο και στη μαγεία!
Σ’ αυτήν θα βρει και θα δει την αλμυρή θαλασσινή αύρα, την νοτισμένη στο σώμα της, την φλόγα στο νερό που δεν λέει να σβήσει!

Είναι ο τυφλός που εστιάζει στην ανθοφορία της σιωπής, για να εκφράσει τον χαραγμένο μέσα του λόγο, στην μεγαλοπρέπεια του υδάτινου όγκου.
Γιατί, «Και χωρίς μάτια και χωρίς αυτιά Θεός υπάρχει»

Ι
Πετάχτηκα απ’ των λυγμών τις ρίζες τυφλός
ευθύς ανδρώθηκα βλέφαρο ορθάνοιχτο
και ξέρω που τον λόγο να δωρίσω
και σε τι το βλέμμα να σφραγίσω μια και καλή.
Και χωρίς μάτια και χωρίς αυτιά Θεός υπάρχει.

Άκουσα της σιωπής μου το νόστο λειψό
την ηχώ των ανθρώπων ξοπίσω μουγκή
κι άλλο οι σκέψεις μέσα δε γυρίζουν αιχμηρές.
Σπασμένοι καθρέφτες
Πάνω απ’ τον χάρτινο του πόνου αγώνα.

Κάτι μέσα μου σβήνει, το γνωρίζω καλά,
κάτι μέσα μου σβήνει για πάντα.
Όχι το φως, το σκοτάδι.

Με ακρίβεια ο χρόνος άγγιξε το τέλος
κι όλα χαρμόσυνα επιστρέφουν στην αρχή
κι αυτή σ’ εσένα
κι εσύ σ’ εμένα
κι εγώ σ’ ε σένα
Αιώνια…

Στις ανοιγμένες ρωγμές της αγάπης, ο Πέτρος Μαλαμίδης θα μεταγγίσει την έκταση της αλήθειας του.
Ο πόνος και οι ζυμώσεις που έχουν καταλύσει την ψυχή του ποιητή, ενεργοποιούν την ευαισθησία, για να εξορύξει τις λέξεις, που θα οικοδομήσουν τον ποιητικό στοχασμό του .

Με δομές και φόρμες που εκφράζουν το συμβατό, αλλά και ασύμβατο πνεύμα, επιδιώκει να αναδείξει μέσα από το εφήμερο της ύλης, πως εκείνο που απομένει - τελικά - είναι η αγάπη και η φροντίδα για να διατηρηθεί ατραυμάτιστη.
Αν και γνωρίζει καλά πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να συμβεί, εν τούτοις, εκείνος θα ποτίσει πνοές γραφής στην άβυσσο, για να επουλώσει πνευματικά τραύματα και απώλειες, που σημάδεψαν την εφημεριότητά του.

ΙΙΙ

Ξάφνου, καθώς περιδιάβαινα ανάμεσα στο εφήμερο της ύλης και  στο άχρονο της πνευματικής αδηφαγία, με βιά με σαγηνέψανε του έρωτα οι καυτές ανάσες κι έχοντας ένα κλαδί βασιλικό φυτεμένο στην άβυσσο δεν άργησε ν’ ανθίσει κι η αγάπη.
Και να με τι την πότισα:
Με τ’ ασημί λαμπίρισμα της ακροθαλασσιάς
ένα σούρουπο αυγουστιάτικο στην άμμο της Αιγιάλης

Με τις λεπτές φτερούγες της σιωπής
καθώς το πλήθος έψαχνε να  ’βρει τον ένοχο κι εγώ μονάχος πάσχιζα πρώτα να επουλώσω το τραύμα

Με την πορφυρή άκρη του πόνου
χαϊδεύοντάς την σχεδόν εκστατικά γνωρίζοντας ότι η άλλη του άκρη αναμφίβολα σκοτώνει

Με το αστραφτερό πρόσωπο της αθωότητας
του δώριζα καθρέπτες συνεχώς κι όλο φαντάζονταν το βλέμμα του κενό και σκυθρωπό

Με την δακρύβρεχτη νοσταλγία του θανάτου
που όμοιά της δεν υπάρχει

Με τ’ ανήσυχα βεγγαλικά της νιότης
πότε εκτοξεύονταν ψηλά κι αντρίκια κεντώντας λάγνα το σαρκίο
τ’ ουρανού κι άλλοτε σβήνονταν αργά και τρυφερά μες στα υπόγεια χαμάμ των γυναικών

Με τις ηλιόλουστες νότες μιας μπόρας καλοκαιρινής
μες στου Toledo τα σοκάκια Ιούλης μήνας αγκαλιά με την Μαρία
ή σε κάτι λασπωμένα προάστια της Βαρσοβία εγώ κι η Loredana κάποτε

Δε θυμάμαι μήτε και ξέρω με τι γελά ο χρόνος, με σιγουριά όμως θα πω ότι το λιγοστό νερό φοβάται μη στερέψει.
Πότιζα πνοές γραφής την άβυσσο για να θρέψει πνεύμα και τώρα σκασμένη από συναίσθημα μονολογεί χορτάτη:
Απ’ όπου πέρασα φεγγοβολά το δάκρυ κι εκεί που πρόκειται να γείρω, ορθή και με το στήθος ως τα ουράνια θ’ αγκαλιάσει την κραυγή μου η αγάπη.

Πάντα ο θάνατος αφήνει τα ίχνη του σε ψυχές που σπαράζουν από την απώλεια, στις παρηχήσεις της λύπης!
Στεναγμοί θροΐζουν σε περάσματα ιερά, στα αίθρια της νοσταλγίας, «καθώς από χώμα δε σαπίζει ο άνεμος».

Αράγιστο - Αξεθώριαστο - Άθικτο, παραμένει το σώμα της μνήμης, σα στριφογυρνά με ευλάβεια στων ουρανών τα ύψη!
Με ασύνορες λέξεις, η άναρθρη απουσία αρθρώνεται στα χείλη του ποιητή από μια ανάσα αιωνιότητας, στην ιχνογραφία του πένθους.

για ποιον θάνατο σπαράζει η ψυχή
καθώς από χώμα δε σαπίζει ο άνεμος

Μέσα από την νοηματολογία και πίσω από τις λέξεις, ο ποιητής προσπαθεί να εξωτερικεύσει εκκρεμότητες, καθώς και την παραδοχή μιας καθημερινής ήττας.

Στη φερτή και μικρή ύλη των στίχων, προσπαθεί να αποδομήσει κρυπτογραφημένους εφησυχασμούς, αναδεικνύοντας την στοχαστική του νηφαλιότητα.
Κι όσο πιο πυκνός είναι ο λόγος, τόσο πιο δύσκολο είναι για τον δημιουργό να αποτυπώσει το εύρος της σκέψης του.

ό,τι φόρεσα άλλαξε ρούχα

Και μπορεί για τον ποιητή οι ποντοπορίες των στοχασμών, στον ιερό θαλασσόκηπο να ταξιδεύουν πάνω στα κύματα, ενώ αέναα τον απασχολεί το αύριο και το αμετάβλητο της μοίρας.

Ίσως γιατί, δεν μπορεί να υποτάξει ρυθμούς αναπότρεπτους και απογοητευτικές αλλοιώσεις.
Ίσως πάλι γιατί, παραμένουν χρεωστικές οι εκκρεμότητες  για το μελλοντικό αύριο και την προσωπική σωτηρία.

τι μένει στις παλάμες της τύχης μη ρωτάς
η ανάγκη για το αύριο δεν έχει χέρια

Ο Πέτρος Μαλαμίδης όπου κι αν βρίσκεται, όποιο χώμα κι αν πατά, διατηρεί ανέπαφη μέσα του την ιθαγένεια της θάλασσας. Σφυγμομετρεί την εντοπιότητά του πάνω στη βάρκα, κατευθύνοντας το τρελό τιμόνι της θλίψης!
Παρ’ όλα αυτά, έχει τα μάτια της ψυχής ανοιχτά μπρος σε μια άνοιξη που έσπειρε, στο ολάνθιστο σώμα εκείνης που αγάπησε.

Η συναισθηματική αύρα της θάλασσας συνοδεύει τα ταξίδια των στοχασμών του ποιητή ως το χώμα, για να ακολουθήσει ο αναγνώστης όλη την ευαισθησία και τον λυρισμό του ποιητικού ταξιδιού του και της αλήθειας του!

Και ν’ άνθιζες ολάκερη λεμόνι
Πάνω σε κύμα που τραβά μ’ ορμή το χώμα
Σε βάρκα εγώ
Που θα κατηύθυνα της θλίψης το τρελό τιμόνι
Στην άνοιξη που έσπειρα
Στ’ ολάνθιστό σου σώμα