ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ – Στο γέλιο της καταιγίδας(μυθιστόρημα)

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ – Στο γέλιο της καταιγίδας(μυθιστόρημα) από την Σοφία Στρέζου
Κι εκεί που νομίζεις πως έχεις σβήσει το παρελθόν, εκείνο επανέρχεται σφοδρότερο, να σου θυμίσει πως υπήρξε. Το αντικρίζεις όταν πια δεν το περιμένεις, από φόβο μην επαναληφθούν οι ραγισματιές στο ίδιο όνειρο που χάθηκε πριν αλωθεί στις εκκρεμότητες της λήθης. Δεν αρκεί η θέαση για ν’ αναστηθούν ερείπια σε κάτι νέο, τροφοδοτώντας μια ελπίδα που συνεχίζει να απατά τη μνήμη.

«Ν’ αφήνεις την παρόρμηση, να της δίνεις πνοή»

Κάπως έτσι ξεκινά η συγγραφική απόπειρα της Χριστίνας Αυγερινού με το πρώτο της μυθιστόρημα, «Στο γέλιο της καταιγίδας», που κυκλοφόρησε το 2012 από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Δίνει πνοή στην παρόρμηση με καταιγιστικές λέξεις που εμπεριέχουν νοήματα, έχοντας την ταχύτητα της αστραπής στην καταιγίδα. Κι είναι αυτή η ταχύτητα γνώρισμα της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά και της ηλικίας της δημιουργού. Άλλωστε είναι τόσο νέα η ίδια… πώς θα μπορούσε να μείνει απούσα από την εποχή και τα χρόνια της. Μόλις 22 ετών κι όμως τόση συγγραφική ωριμότητα στη ρευστοποιημένη ροή του λόγου, που γίνεται λυρική με απρόσμενη ποιητική μουσικότητα.
Είναι ο νοσταλγικός μετεωρισμός που κρατά δεμένη την ηρωίδα-Αλίκη- σε καταστάσεις που έληξαν με συναισθήματα ανοιχτά. Για τούτο και η αφηγηματική έχει το χρώμα του έρωτα και της αγάπης, του φόβου και της απόρριψης, του πένθους και της γαλήνης που φέρνει χαμόγελο στο αντίκρισμα ουράνιου τόξου μετά την καταιγίδα. Ο εσωτερικός ψυχισμός και τα παιγνίδια που ορίζει και καθορίζει η ψυχή επεκτείνονται με λεκτικούς συνειρμούς στην τεχνική της ενεργητικής φαντασίας. Η πρωταγωνίστρια εμβαθύνει στο φως της μνήμης, για να αγγίξει τις βαθύτερες όψεις του εαυτού της. Γιατί όταν αλώνεται η ψυχή, θα πρέπει να μη χάνει το δρόμο ακόμα κι αν περπατά σε κύματα που ανταριάζουν το είναι της. Στοχάζεται, πειραματίζεται, ζωγραφίζει μορφοποιώντας συνθέσεις που την συγκλόνισαν και την βύθισαν στο βάθος της απόγνωσης.

«Στερήθηκα ένα μαντήλι να πάρει το δάκρυ μου, ένα χάδι τρυφερό στα μαλλιά να μου δώσει κουράγιο».

Τίποτα δεν ήταν εύκολο για την Αλίκη των17 χρόνων που έμελλε να ερωτευθεί, ν’ αγαπήσει πολύ με την ορμή της νιότης - τον Πάρι- τον μέντορα της ήβης της, για να τον χάσει αναιτιολόγητα σε άνυδρα νέφη. Έτσι έμαθε να κολυμπά σιγά-σιγά στη θάλασσα της ύπαρξης που βρίσκεται στην βαθιά άβυσσο της απελπισίας. Να διαπραγματεύεται με το ανέφικτο, κουβαλώντας την απουσία, ζώντας με το ανικανοποίητο. Τούτη η διαπραγμάτευση, ανοίγει το μονοπάτι της προόδου και της σοφίας στην τέχνη της. Αρχίζει να κατανοεί, να γραπώνει οριακές συνθήκες που μπορεί να την οδήγησαν στα άδυτα της επιθυμίας, ωστόσο είναι ικανά να την αφυπνίσουν, να την αναγεννήσουν και να την επαναπροσδιορίσουν, μεταμορφώνοντάς την μέσα από επίπονες διαδικασίες. Φυσικά τούτη η αλλαγή γίνεται προοδευτικά, δίνοντας τη δυνατότητα στον αναγνώστη να ακολουθήσει ημερολογιακά τις μικρές κατακτήσεις της.

«Ως τώρα παρατηρούσα τα περασμένα, παθητικός θεατής. Δεν τα άγγιζα, μονάχα τα εξέταζα σ’ απόσταση. Σ’ απόσταση σταθερή, πάγο, να ψύχει τα πάντα. Ίσα για να ζω την κάθε μέρα, να επιζώ μέσα της.»

Είναι βέβαιο πως η ενηλικίωση και η ωρίμανση του ανθρώπου έρχεται με την ίαση επώδυνων τραυμάτων που επουλώθηκαν. Η Αλίκη αφέθηκε κατορθώνοντας να σταθεί με αφοσίωση στην τέχνη της και να αντισταθεί στην καταστροφική συνέπεια ενός απατηλού έρωτα, πιστεύοντας πως την πρόδωσε. Αλλά η μνήμη είναι πάντα εκεί παγωμένη, αδιάφορη στη διαγραφή και την υποταγή της στη λήθη. Κάποια στιγμή φτάνει η ώρα της συμφιλίωσης με κείνο που περισσότερο απωθεί. Η αναμέτρηση με τα προσωπικά συναισθήματα, που πρέπει να εξομολογηθούν, για να έλθει ο απεγκλωβισμός και η λύτρωση από το αιμάτινο παρελθόν, νικώντας το, για να φθάσει ως την τελική κάθαρση.

Η Χριστίνα Αυγερινού με το το πρώτο της μυθιστόρημα «Στο γέλιο της καταιγίδας», χαρίζει στους αναγνώστες το πρώτο χαμόγελο μιας υπόσχεσης για το μέλλον της γραφής της, αφού ήδη το ταξίδι στη χώρα της μυθοστορηματογραφίας έχει το προσωπικό της στίγμα και ύφος.

Απόσπασμα:

Έβρεχε μες τη νύχτα… Έβρεχε… κι εγώ μουσκεμένη από τα δάκρυα τ’ ουρανού και τα δικά μου.Έτρεχα, έτρεχα… να χαθώ… να σβηστώ στο σκοτάδι… δεν ήθελα να πιστέψω, δεν… Μόνο ήθελα… ήθελα να πνίξω τη φωνή… εκείνη που έβγαινε από μέσα μου, μέσα βαθιά… Μόνο ήθελα… ήθελα να ξεγράψω τη θωριά… εκείνη που ερχόταν εμπρός μου… εκείνη που τόσο έντεχνα με αφάνιζε…
Τα πάντα κατέρρεαν γύρω μου. Τα έβλεπα όλα. Κι εγώ στη μέση. Να μην κάνω τίποτα… να μην αντιδρώ… Δεν… δεν άντεχα…
Ερωτευμένη -μισό χαμόγελο- … ερωτευμένη… πολύ.

Σπίτι. Ώρες σαλέματος στο σκοτάδι.
Στο δωμάτιο κλεισμένη, γονάτισα. Έριξα το κεφάλι χαμηλά. Κάτω από το κρεβάτι. Τράβηξα το κουτί. Έτρεμαν τα χέρια, η καρδιά. Το κρύο; Η βροχή που έπεφτε στην ψυχή μου.
Βελούδο καλυμμένο. Άγγιξα το σκέπασμα. Απαλό. Ζεστό, σαν το δέρμα του. Δίστασα. Να το ανοίξω; Το άνοιξα. Όλα «εν τάξει», και το γράμμα του μαζί.

Έπιασα τον φάκελο. Δειλά. Έβγαλα από μέσα ένα χαρτί, βρεγμένο κιόλας. Θυμήθηκα τα λόγια του: «Μαζί με το δώρο υπάρχει κι ένα γράμμα. Μην το διαβάσεις τώρα. Θα καταλάβεις την ώρα, κοριτσάκι».
Να ήταν τώρα η ώρα που πεθυμούσε;
Ξετύλιξα το χαρτί. Μαύρο μελάνι, κηλίδες στο λευκό. Άρχισα να διαβάζω…