ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ - Σκέψεις Θραύσματα

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ - Σκέψεις Θραύσματα από την Σοφία Στρέζου

Πρώτο βιβλίο για τον Κώστα Βασιλάκο, πρώτη απόπειρα ενός δημιουργού, να καταθέσει «Σκέψεις Θραύσματα» , σε ποιητικές διαδρομές και όχι μόνον, για να κυκλοφορήσει από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ τον Ιανουάριο του 2013. Η Βούλα Ανδρώνη καλείται φωτογραφικά να ντύσει τις λέξεις, στα ονειρολόγια του ποιητή.

Γιατί η γραφή του Κώστα Βασιλάκου, έχει το άρωμα μιας ποίησης, έξω από τα δεδομένα σχεδιαγράμματα και τις φόρμες της. Ακολουθεί έναν προσωπικό σχεδιαστικό κανόνα , με παραμετροποιημένους στίχους, που όμως διατηρούν εξακολουθητικά την ποιητική μουσικότητα των φθόγγων. Άλλωστε ο συμπυκνωμένος λόγος δεν αφήνει περιθώρια για επεξηγήσεις.

Το παρελθόν μια εφηβείας που έληξε, ερμηνεύεται αποκωδικοποιημένο στις συντεταγμένες της μνήμης. Η γενιά του πολυτεχνείου με ηλικιακούς όρους, μπορεί να ξεχωρίσει στίγματα και στιγμές, που σημάδεψαν την ενηλικίωσή της. Ο πολλαπλασιασμός ανώνυμων γεγονότων που η ιστορία αρνήθηκε να καταγράψει, αφορά τους παλαιότερους αλλά και τους νεώτερους.
Η εφηβική συνέπεια, ανταποκρίνεται στην απαίτηση μιας εκτίμησης του παρελθόντος. Η περίοδος της μακράς σιωπής λήγει, εντυπώνοντας μνήμες στα τετράδια της ανάμνησης. Ο Κώστας Βασιλάκος αισθάνεται, πως έτσι αποκαθιστά και δικαιώνει την ανωνυμία πράξεων, ανώνυμων ανθρώπων.


Τότε…

Σφίγγαμε τα χέρια μας πάνω στα κάγκελα,
γιατί είχαμε τη λευτεριά στο αίμα μας.
Ήτανε μαύρος βλέπεις ο ουρανός
απ’ τα γεράκια, αλλά οι νεανικές καρδιές
θέλαν αγάπη, θέλαν όμορφα τραγούδια.

Ήμασταν φοιτητές. Τι κι αν τα δάχτυλά μας
λιώσαν στα κάγκελα, τι κι αν μείναν
Οι σάρκες στις ερπύστριες.

Σήμερα είμαι λεύτερος να σου λέω
«σ’ αγαπώ». Να τραγουδώ την ομορφιά σου,
σαν επανάσταση.

Κι αν δεν υπήρχα, θα έφτανε λίγο δάκρυ,
λίγο χώμα να ριζώσει και ν’ ανθίσει η
λευτεριά. Θα ’ταν κάποιος άλλος να σου λέει
«σ’ αγαπώ».

Ίδια τα λουλούδια, ίδιος ο ήλιος, ίδιος κι ο
σταυρός με την επιγραφή.


Το ταξίδι στις λέξεις για τον Κώστα Βασιλάκο, είναι η αφορμή για την επανάκτηση μιας ζωής, που νομίζει πως έχασε, στους αλληγορικούς και αινιγματικούς δρόμους της γραφής. Αν και ποτέ του δεν σταμάτησε να γράφει, έχω την αίσθηση πως τοποθετούσε σε νάρθηκα τις μνήμες, για να τις ακινητοποιεί, ως να έρθει η στιγμή, να τις ελευθερώσει, βέβαιος πια για την ορθότητα του χρόνου.

Ο ποιητής προσπαθεί να ερμηνεύσει θύμησες, επιθυμώντας να προσδώσει μια καμπυλότητα, μια τρυφερή απαλότητα στα φωτεινά διαλλείματα της σκέψης. Γλυκά ολισθαίνει προς τη θάλασσα, κι ας είναι αυτή η θάλασσα τα μάτια της γυναίκας που πόθησε. Σαν ένα πλοίο που μόλις ναυπηγήθηκε, αφημένο να παρασυρθεί στα ήσυχα νερά της, κρεμασμένος στο κατάρτι του κορμιού της, ξέροντας καλά πια ρότα θα ακολουθήσει.


Το ταξίδι

Τα μάτια σου θάλασσες με ταξιδεύουν.
Οι επιθυμίες ιστιοφόρο με φουσκωμένα πανιά,
που αρμενίζει τους πόθους σε ανάκατες διαδρομές.

Κρεμασμένος απ’ το κατάρτι του κορμιού σου,
αναζητώ ίχνη του ονείρου που θάμπωσε.
Ταξιδεύεις μαζί μου, κρεμασμένη
απ’ τους ώμους, απ’ τα μάτια μου
ψάχνεις χαμένα μονοπάτια.

Ταξίδι μοναδικό χωρίς γραμμές, χωρίς απόνερα.
Αυλακώνει την ψυχή, μαστιγώνει τις αισθήσεις,
Ρότα στον άνεμο.


Είναι η ελπίδα που δεν τολμά να φυλακίσει το όνειρο, για να αντέχει την αναγκαστική φυγή προς την πραγματικότητα. Γιατί το αύριο δεν είναι μια μακρινή υπόθεση, πως δεν μπορεί τάχα να ελευθερωθεί και να μεταστοιχειωθεί το όνειρο σε κάτι νέο, με άλλη μορφή. Άλλωστε ο δρόμος χάνεται για να βρεθεί άλλος προορισμός, με άλλες εμπειρίες, με ενδυναμωμένη τη γνώση και το αίσθημα της βεβαιότητας στην νέα πορεία, ιχνηλατώντας διαφορετικές διαδρομές.

 
Η Φυλακή

Σταματάει η ζωή,
όταν η ψυχή δεν έχει πια παράθυρο
με θέα τις ανθισμένες λεμονιές,
στους πορτοκαλεώνες.

Η ζωή σταματάει,
όταν το υπόγειο και η σοφίτα γίνονται φυλακή,
κήπος αλλά και χώρος λησμονιάς μαζί.

Κόβεται η ανάσα χωρίς οξυγόνο.
Ασφυκτιά και πνίγεται από τη σκόνη.
Τα μουντά έπιπλα δεν μιλάνε πια,
έπαψαν καιρό τώρα να χαμογελάνε.
Η πολυθρόνα της βεράντας τόσο οικεία, τόσο ξένη.
Η κουκουβάγια, συντροφιά
στις ατελείωτες νύχτες της μοναξιάς,
πέταξε για αλλού: σε μοναχικές ζωές,
που αγναντεύουν ελπίδα.


Ίσως η έμφυτη συστολή του Κώστα Βασιλάκου, να μην του επέτρεπε νωρίτερα να εκτεθεί. Ίσως η ανασφάλεια βοήθησε να παραμείνουν απελέκητες οι λέξεις, αλλά από κάποια ιδιοτροπία της μνήμης, να επανέλθουν πελεκημένες πια και να μεταφερθούν στο χαρτί, εκεί όπου τα έλλογα βήματα πάνε.

Αλλά η ποίηση είναι εκεί… υπομονετικά περιμένει να μεταφερθεί ο δημιουργός στη διάστασή της. Σαν κύμα αθόρυβο απλώνεται μπροστά του. Έρχεται και ξεμακραίνει, ως να τον βουλιάξει στη πιο βαθιά θάλασσα του ονείρου. Κι εκεί γαληνεμένος πια να κοιμηθεί περήφανα, στις λύπες και στα ναυάγια, στις χαρές και στις ατάραχες λάβες ηφαιστείων που έσβησαν. Με τον άνεμο να ψιθυρίζει γλυκά το καλωσόρισμά του στη χώρα της Ποίησης.

  Η άλλη διάσταση

Το δάκρυ πετρωμένο
στον ουράνιο θόλο της ανθρωπότητας,
σταλακτίτης που αιωρείται,
μετρώντας έτη φωτός.

Ο νους φυλακισμένος στην άπνοια του ανέμου,
καρτερά να πετάξει στην ελευθερία,
εξαϋλώνοντας το παρωχημένο γίγνεσθαι.
Οι αντεγκλήσεις
του αλαλάζοντος πλήθους διαστέλλονται,
διαπερνώντας τον αυλόγυρο του μικρόκοσμου.

Το βλέμμα
σε άλλη διάσταση κρίνει τα παρόντα,
προσδίδει αξία στα μέλλοντα,
παραβλέποντας τις αυταπάτες
που προσδιορίζουν τη ζωή.


Το κύμα

Βαθύ γαλάζιο απλώνεται μπροστά μου,
αθόρυβο, σχεδόν βουβό,
έρχεται και ξεμακραίνει πάλι.

Το βλέπω αγκαλιά με τα όνειρά μου
να χάνεται στο άπειρο.
Εγώ, με τα μάτια στραμμένα στον ορίζοντα
Περιμένω και καρτερώ το επόμενο,
να τα φέρει πάλι σε μένα.

Νύχτωσε, σε λίγο ξημερώνει,
Ακόμα να φανεί.
Εγώ, θα περιμένω
σε όλες τις ακρογιαλιές του κόσμου

Θέλω πίσω τη ζωή που έχασα…